ΙΣΤΟΡΙΑ #1 | ΤΟ CAFE ΜΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ

Πρώτη γνωριμία, καλοκαίρι σε νησί! 


Στο καφέ του νησιού.

Ήταν τέλη Ιουλίου και ο ήλιος έπεφτε αργά, βάφοντας τον ουρανό με ροζ και πορτοκαλί αποχρώσεις πάνω από τα κατάλευκα σπίτια του νησιού. 
Η Ελένη βρισκόταν στο αγαπημένο της μικρό καφέ, σε μια γωνιά του πλακόστρωτου σοκακιού. Έπινε λεμονάδα με δυόσμο και χάζευε τους περαστικούς.
Ο αέρας μύριζε γιασεμί και αλμύρα. Ήταν εκείνο το γλυκό σημείο του απογεύματος που όλα ησυχάζουν λίγο, πριν ξαναρχίσει η ζωή στα στενά. Εκείνη τη στιγμή, ένας νεαρός με αλατισμένα μαλλιά και ένα κιτρινισμένο μπλουζάκι μπήκε στο καφέ. Κρατούσε στο χέρι του μια παλιά φωτογραφική μηχανή.

Κοντοστάθηκε δίπλα της και ρώτησε:

Συγγνώμη, να ρωτήσω κάτι; Ξέρεις μήπως πώς πάω στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία;

Η Ελένη χαμογέλασε.

Θέλεις να το περπατήσεις ή να σε πάει ο μπαρμπα-Μηνάς με το καΐκι του;

Ο άγνωστος γέλασε.

Προτιμώ να το περπατήσω. Θέλω να το δω στη δύση.

Τότε να προσέχεις στο μονοπάτι με τις πέτρες, γλιστράει το απόγευμα. Αν θες, σε πάω εγώ. Το έχω κάνει τόσες φορές που το ξέρω απ' έξω.

Χωρίς να το πολυσκεφτούν, ξεκίνησαν. Ο ήλιος βούταγε αργά στη θάλασσα, κι ο δρόμος προς το εκκλησάκι μύριζε θυμάρι. Ανάμεσα σε κουβέντες για μέρη που 'χουν δει και τραγούδια που θυμούνται από τα παιδικά τους καλοκαίρια, έμαθαν τα ονόματά τους. Ο Πέτρος κι η Ελένη.
Όταν έφτασαν, η θάλασσα είχε γίνει καθρέφτης. 

Ο Πέτρος σήκωσε τη μηχανή του και της είπε:

Να σου βγάλω μια φωτογραφία; Για να θυμάσαι αυτή τη δύση.

Εκείνη γέλασε.

Αν και νομίζω ότι κάποιες στιγμές δεν χωρούν σε φωτογραφίες.

Η πρώτη γνωριμία έγινε. Κι όπως σε όλα τα ωραία ελληνικά καλοκαίρια, το υπόλοιπο το άφησαν στη μοίρα και στην αλμύρα. 


Το βράδυ στην πλατεία.

Αφού κατέβηκαν από το εκκλησάκι με το φως του δειλινού ακόμα στα μάτια τους, η Ελένη κι ο Πέτρος περπάτησαν αργά προς τη Χώρα. Τα σοκάκια είχαν αρχίσει να γεμίζουν με μυρωδιές από ψητά, μουσικές από μπουζούκια και τις φωνές των ντόπιων που έστηναν τις καρέκλες τους για το βραδινό γλέντι στην πλατεία.

Λοιπόν, σου χρωστάω ένα ποτό, της είπε εκείνος.

Το θυμάσαι κιόλας; απάντησε εκείνη γελώντας.

Φυσικά. Είναι το ελάχιστο μετά από τόσο ωραία παρέα και ξεναγό.

Κάθισαν σε ένα μικρό μαγαζάκι με πολύχρωμα τραπεζομάντηλα. Παρήγγειλαν δυο ρακές και μεζέδες, και σύντομα τους βρήκαν κι άλλοι ταξιδιώτες και ντόπιοι. Ένας μουσικός με μια κιθάρα άρχισε να τραγουδάει παλιά λαϊκά τραγούδια, κι η νύχτα πήρε εκείνη τη μαγική μορφή που μόνο σε ελληνικά νησιά του καλοκαιριού συμβαίνει — που νιώθεις πως ο χρόνος κάπως παγώνει.
Η Ελένη έμαθε πως ο Πέτρος ήταν φωτογράφος από την Αθήνα, που κάθε καλοκαίρι διάλεγε ένα μικρό νησί να εξερευνήσει. Εκείνος έμαθε πως η Ελένη δούλευε στο νησί κάθε καλοκαίρι από τότε που ήταν φοιτήτρια. Ήξερε όλα τα μυστικά σημεία, τις καλές παραλίες, τις γιαγιάδες που φτιάχνουν τον καλύτερο χαλβά του κουταλιού.
Κάποια στιγμή, εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, σηκώθηκαν να χορέψουν. Ένας αργός συρτός που δεν χρειαζόταν να τον ξέρεις για να τον νιώσεις. Τα γέλια τους μπλέχτηκαν με τις μουσικές.
Όταν η πλατεία άδειασε κι η μουσική χαμήλωσε, περπάτησαν πάλι μαζί προς το λιμάνι. Στάθηκαν στην άκρη της προβλήτας.

Τελικά η φωτογραφία; της είπε πειραχτικά.

Δεν την τράβηξες, έτσι;

Όχι. Αλλά νομίζω πως η καλύτερη εικόνα της σημερινής μέρας είναι αυτή εδώ.

Κι έδειξε τα φώτα του λιμανιού να καθρεφτίζονται στη θάλασσα.
Η Ελένη χαμογέλασε. Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο.

Το καλοκαίρι τους μόλις ξεκινούσε.


Μέχρι του χρόνου.

Οι μέρες που ακολούθησαν κύλησαν σαν όνειρο. Πρωινά με βουτιές σε μικρούς όρμους που μόνο η Ελένη ήξερε, απογεύματα με περπάτημα σε ξεχασμένα μονοπάτια και βράδια στην πλατεία, πάντα με μουσική και γέλια. Δεν είχαν μιλήσει ποτέ για το "μετά". Ίσως γιατί φοβούνταν να το χαλάσουν. Ίσως γιατί ήξεραν πως το καλοκαίρι δεν κρατάει για πάντα.
Το τελευταίο τους βράδυ, κάθισαν πάλι στο ίδιο τραπέζι του μικρού καφενείου. Ο Πέτρος θα έφευγε την επομένη με το πρωινό καράβι.

Λοιπόν; ρώτησε εκείνη, τάχα αδιάφορα.

Λοιπόν... δε θέλω να το πούμε “αντίο”, της είπε.

Η Ελένη σιώπησε. Ήξερε πως έξω από το νησί, έξω από τα καλοκαίρια, η ζωή έχει έναν τρόπο να απομακρύνει ανθρώπους. Αλλά ήξερε και κάτι άλλο: κάποιες γνωριμίες, ακόμα κι αν κρατήσουν λίγο, αφήνουν το σημάδι τους.

Του έδωσε ένα μικρό χαρτί. 
Ένα σημείωμα, γραμμένο βιαστικά με στυλό:
"Αν θες, του χρόνου στην ίδια στάση, την ίδια ώρα. Θα σε περιμένω."

Ο Πέτρος γέλασε, την κοίταξε στα μάτια.

Σύμφωνοι.

Το επόμενο πρωί το καράβι σφύριξε τρεις φορές. Η Ελένη το είδε να φεύγει από την άκρη της προβλήτας. Ο Πέτρος στεκόταν στο κατάστρωμα και της κούνησε το χέρι.
Η ζωή τους συνέχισε. Ο χειμώνας ήρθε. Ο καιρός πέρασε.
Κι ένα καλοκαίρι αργότερα, στο ίδιο καφέ, την ίδια ώρα, στο ίδιο σοκάκι, δυο άνθρωποι συναντήθηκαν ξανά.

Γιατί κάποιες υποσχέσεις, όσες θάλασσες κι αν τις χωρίζουν, τις κρατάς!  

Σχόλια